ευθυδρομία
η, ουσ.
- δρόμος που κατασκευάζεται σε ευθεία γραμμή
- γρήγορη πορεία
- (μτφ.) αποφάσεις και δράσεις που κινούνται προς τη σωστή [ορθή] κατεύθυνση.
Ετυμολογία
< ευθύδρομος < ευθύς + δρόμ(ος) + [καταλ.] -ία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθυδρομία», σσ. 314-315. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθυδρομια/