navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευθύγραμμος

ευθύγραμμος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που βρίσκεται ή κινείται σε ευθεία γραμμή, συνών. ευθύς, ίσιος
  2. (γεωμ.) αυτός που αποτελείται από ευθείες γραμμές.

Ετυμολογία

< αρχ. εὐθύγραμμος.

Επιρρήματα

ευθύγραμμα [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθύγραμμος», σ. 314. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθυγραμμοσ/