navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευθύδρομος

ευθύδρομος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που προχωράει σε ευθεία γραμμή, αυτός που τρέχει και δεν παρεκκλίνει από τον δρόμο του, που βαδίζει ίσια.

Ετυμολογία

< ευθύς + δρόμος.

Παράγωγα

εὐθυδρομῶ [= βαδίζω σε ευθεία γραμμή, πάω ίσια, συνών. ιθυδρομώ, ευθυπορώ, ιθυπορώ].

Επιρρήματα

ευθυδρόμως [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθύδρομος», σ. 315. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθυδρομοσ/