επόπτης
ο, επόπτρια, η, ουσ.
- πρόσωπο, που ιεραρχικά ανήκει σε υψηλότερη διοικητική βαθμίδα και παρακολουθεί τη διαδικασία εκτέλεσης έργου, προγράμματος κ.λπ. συνών. ελεγκτής
- πρόσωπο το οποίο έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της σωστής και νόμιμης λειτουργίας υπηρεσιών, ιδρυμάτων κ.λπ.
- (αθλητ.) «επόπτης γραμμών», ένας από τους βοηθούς διαιτητές σε αγώνα ποδοσφαίρου, τένις και βόλεϊ, συνών. λάινσμαν [linesman]
- (φρ.) «επόπτης εκφορτώσεως / νηοδόχου / φορτίου».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπόπτης [= 1. επιστάτης, θεατής, 2. αυτός που παρατηρεί από ψηλά, που έχει μυηθεί στα ανώτατα μυστήρια].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επόπτης», σσ. 303-304. https://navalhistory.gr/lexiko/εποπτησ/