navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επόπτης

επόπτης

ο, επόπτρια, η, ουσ.

  1. πρόσωπο, που ιεραρχικά ανήκει σε υψηλότερη διοικητική βαθμίδα και παρακολουθεί τη διαδικασία εκτέλεσης έργου, προγράμματος κ.λπ. συνών. ελεγκτής
  2. πρόσωπο το οποίο έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της σωστής και νόμιμης λειτουργίας υπηρεσιών, ιδρυμάτων κ.λπ.
  3. (αθλητ.) «επόπτης γραμμών», ένας από τους βοηθούς διαιτητές σε αγώνα ποδοσφαίρου, τένις και βόλεϊ, συνών. λάινσμαν [linesman]
  4. (φρ.) «επόπτης εκφορτώσεως / νηοδόχου / φορτίου».

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπόπτης [= 1. επιστάτης, θεατής, 2. αυτός που παρατηρεί από ψηλά, που έχει μυηθεί στα ανώτατα μυστήρια].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επόπτης», σσ. 303-304. https://navalhistory.gr/lexiko/εποπτησ/