navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έποικος

έποικος

ο/η, ουσ.

αυτός που συμμετέχει στη διαδικασία της εθελούσιας, φαινομενικά, μόνιμης εγκατάστασης σε μια ξένη χώρα, αντών. αυτόχθων, ιθαγενής.

Ετυμολογία

< αρχ. ἔποικος.

Αντώνυμα στο λεξικό

Σημείωμα

Καθημερινές είναι πλέον οι ένοπλες συμπλοκές στη Μέση Ανατολή. Ο ισραηλινός στρατός ανακοίνωσε την Παρασκευή 26/5/23 ότι ένας Εβραίος έποικος πυροβόλησε και σκότωσε έναν Παλαιστίνιο, ο οποίος προσπάθησε να εξαπολύσει επίθεση με μαχαίρι σε εβραϊκό οικισμό στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.

https://www.ertnews.gr/eidiseis

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έποικος», σ. 303. https://navalhistory.gr/lexiko/εποικοσ/