αναχώρηση
η, ουσ.
- απομάκρυνση από ένα τόπο και μετάβαση σε κάποιον άλλο, αντών. άφιξη, ερχομός
- η χρονικά προγραμματισμένη εκτέλεση ένος δρομολογίου σε κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς
- (πληθ.) φωτεινός πίνακας στον οποίο καταγράφονται οι εκτελέσεις δρομολογίων
- (συνεκδ.) η ενσυνείδητη εγκατάλειψη της κοσμικής ζωής χάριν της μοναστικής.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀναχώρησις, γεν. -εως, [= υποχώρηση, οπισθοχώρηση, αποχώρηση].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναχώρηση», σ. 86. https://navalhistory.gr/lexiko/αναχωρηση/