επιστατώ
ρ.
- (μετβ.) ελέγχω την ορθή εκτέλεση του έργου, συνών. επιβλέπω, εποπτεύω
- (αμετβ.) είμαι φροντιστής ενός έργου, είμαι επόπτης, είμαι επιστάτης.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπιστατέω, -ῶ.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιστατώ», σ. 296. https://navalhistory.gr/lexiko/επιστατω/