navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιστατώ

επιστατώ

ρ.

  1. (μετβ.) ελέγχω την ορθή εκτέλεση του έργου, συνών. επιβλέπω, εποπτεύω
  2. (αμετβ.) είμαι φροντιστής ενός έργου, είμαι επόπτης, είμαι επιστάτης.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπιστατέω, -ῶ.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιστατώ», σ. 296. https://navalhistory.gr/lexiko/επιστατω/