επιστάτης
ο, επιστάτρια και επιστάτισσα, η, ουσ.
- αυτός/-ή που ορίστηκε για την επίβλεψη του έργου, επόπτης, επιτηρητής, φροντιστής
- (επάγγ.) αυτός που φροντίζει για τη φύλαξη και την καθαριότητα της σχολικής μονάδας
- (λογοτ.) «ο επιστάτης» θεατρικό έργο του Harold Pinter.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπιστάτης, γεν. -ου, ὁ, [= επόπτης, επιτηρητής, επιστάτης, ελεγκτής, υπεύθυνος δημοσίων έργων] < ἐφίσταμαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιστάτης», σ. 296. https://navalhistory.gr/lexiko/επιστατησ/