navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επιστάτης

επιστάτης

ο, επιστάτρια και επιστάτισσα, η, ουσ.

  1. αυτός/-ή που ορίστηκε για την επίβλεψη του έργου, επόπτης, επιτηρητής, φροντιστής
  2. (επάγγ.) αυτός που φροντίζει για τη φύλαξη και την καθαριότητα της σχολικής μονάδας
  3. (λογοτ.) «ο επιστάτης» θεατρικό έργο του Harold Pinter.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐπιστάτης, γεν. -ου, ὁ, [= επόπτης, επιτηρητής, επιστάτης, ελεγκτής, υπεύθυνος δημοσίων έργων] < ἐφίσταμαι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επιστάτης», σ. 296. https://navalhistory.gr/lexiko/επιστατησ/