επίλεκτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που έχει επιλεγεί για την αξία του, συνών. διαλεχτός
- αυτός που ξεχωρίζει από άλλους όμοιούς του, συνών. ξεχωριστός, διακεκριμένος.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐπίλεκτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίλεκτος», σ. 292. https://navalhistory.gr/lexiko/επιλεκτοσ/