εκτός
επίρρ.
- έξω από κάπου, μακριά
- (ως πρόθ.) δηλώνει εξαίρεση, εξόν, παρεκτός
- (με άρθρο) αυτός που βρίσκεται έξω
- (έκφρ.) «εκτός βολής / ελέγχου / περιοχής / υπηρεσίας / βεληνεκούς / εμβέλειας / δράσης / εαυτού / έδρας / θέματος / λειτουργίας / πραγματικότητας / προγράμματος / τόπου και χρόνου / ύλης».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτός», σ. 256. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτοσ/