έναρξη
η, ουσ.
- η αρχή, το ξεκίνημα μιας ενέργειας, μίας κατάστασης κ.λπ. (φρ.) «έναρξη εχθροπραξιών / πολέμου / συνεδρίασης / συνεδρίου / ημερίδας / μαθημάτων / ποδοσφαιρικού αγώνα / ακροαματικής διαδικασίας / δίκης και πολλά άλλα»,
- το χρονικό σημείο από όπου γίνεται η αρχή μιας δραστηριότητας, ενέργειας ή μιας χρονικής περιόδου, (φρ.) «έναρξη συναυλίας / συνεδρίασης / διαδικασίας / σχολικού έτους» κ.ά.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔναρξις < αρχ. ἐνάρχομαι [= αρχίζω, ξεκινώ] < ἐν- + ἄρχομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έναρξη», σ. 269. https://navalhistory.gr/lexiko/εναρξη/