ενάλιος
-α, -ο, επίθ.
- αυτός που βρίσκεται, που υπάρχει μέσα στη θάλασσα, συνών. α) θαλάσσιος, θαλασσινός, β) υποθαλάσσιος, υποβρύχιος, αντών. στεριανός, χερσαίος
- αυτός που βρέχεται από θάλασσα, συνών. παραθαλάσσιος, παράλιος, (φρ.) «ενάλιος κόσμος / πλούτος», «ενάλιοι πόροι», «ενάλια ζωή / βάθη / αρχαιολογικά ευρήματα / αρχαιολογία», «ενάλιες θεότητες / αρχαιότητες», «Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐνάλιος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ενάλιος», σ. 268. https://navalhistory.gr/lexiko/εναλιοσ/