εναέριος
-α, -ο, επίθ.
1. αυτός που βρίσκεται, που ζει, που κινείται, που αιωρείται στον αέρα, (φρ.) «εναέριο καλώδιο», «εναέρια σύρματα», «εναέριος σιδηρόδρομος», τελεφερίκ, «εναέριες ρίζες», ρίζες φυτών που αναπτύσσονται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, «εναέρια / κίνηση / συγκοινωνία / κυκλοφορία», (έκφρ.) «περιοχή εναέριας κυκλοφορίας» (F.I.R.), ο κυρίαρχος χώρος ενός κράτους εντός του οποίου πραγματοποιούνται εθνικές και διεθνείς πτήσεις αεροσκαφών, «ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας».
Ετυμολογία
< μτγν. ἐναέριος.
Επιρρήματα
εναέρια [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εναέριος», σ. 268. https://navalhistory.gr/lexiko/εναεριοσ/