navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εμβιβάζω

εμβιβάζω

ρ. [μετβ.]

  1. βάζω, κάποιον ή κάτι, μέσα σε χώρο
  2. επιβιβάζω σε πλοίο, φορτώνω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐμβιβάζω, [= 1. βάζω μέσα, εισάγω, ρίχνομαι, 2. βάζω σε πλοίο, επιβιβάζω, φορτώνω, 3. οδηγώ, άγω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμβιβάζω», σ. 263. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβιβαζω/