navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έλκυστρο

έλκυστρο

το, ουσ.

μέσο ελκυσμού, συνών. ελκυστήρας [δες λ.].

Ετυμολογία

< αρχ. ἕλκω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έλκυστρο», σ. 261. https://navalhistory.gr/lexiko/ελκυστρο/