navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ελαφρός

ελαφρός

-ή, -ό, και ελαφρύς, -ιά, -ύ, και αλαφρύς, -ιά, -ύ, επίθ.

  1. αυτός που έχει μικρό βάρος, ανάλαφρος, που είναι εύκολα μετακινήσιμος, αντών. βαρύς
  2. αυτός που έχει μικρό ειδικό βάρος
  3. (για υφάσματα) αυτός που είναι λεπτός στην ύφανση
  4. (στρατ.) [αρχ. – πληθ.] οἱ ἐλαφροί, αυτοί που δεν φέρουν βαρύ οπλισμό
  5. απαλός
  6. (για τρόφιμα) εύπεπτος, ευκολοχώνευτος
  7. (για ποτό) εκείνο το ποτό που δεν περιέχει αλκοόλ πολλών βαθμών
  8. (στρατ.) το πολεμικό πλοίο που έχει μικρό εκτόπισμα και περιορισμένο εξοπλισμό, (φρ.) «ελαφρύ βύθισμα / εκτόπισμα / έλαιο / φορτίο», (έκφρ.) «ελαφρύς ριπαίος άνεμος, αλλιώς σπηλιάδα», «ελαφρύς παροδικός άνεμος».

Ετυμολογία

< αρχ. ἐλαφρός, -ά, -όν.

Παράγωγα

ελαφρώνω, ελαφράδα, ελαφρότητα.

Επιρρήματα

ελαφρώς και ελαφρά - ελαφριά[επίρρ.].

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ελαφρός», σ. 258. https://navalhistory.gr/lexiko/ελαφροσ/