ελαφρός
-ή, -ό, και ελαφρύς, -ιά, -ύ, και αλαφρύς, -ιά, -ύ, επίθ.
- αυτός που έχει μικρό βάρος, ανάλαφρος, που είναι εύκολα μετακινήσιμος, αντών. βαρύς
- αυτός που έχει μικρό ειδικό βάρος
- (για υφάσματα) αυτός που είναι λεπτός στην ύφανση
- (στρατ.) [αρχ. – πληθ.] οἱ ἐλαφροί, αυτοί που δεν φέρουν βαρύ οπλισμό
- απαλός
- (για τρόφιμα) εύπεπτος, ευκολοχώνευτος
- (για ποτό) εκείνο το ποτό που δεν περιέχει αλκοόλ πολλών βαθμών
- (στρατ.) το πολεμικό πλοίο που έχει μικρό εκτόπισμα και περιορισμένο εξοπλισμό, (φρ.) «ελαφρύ βύθισμα / εκτόπισμα / έλαιο / φορτίο», (έκφρ.) «ελαφρύς ριπαίος άνεμος, αλλιώς σπηλιάδα», «ελαφρύς παροδικός άνεμος».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐλαφρός, -ά, -όν.
Παράγωγα
ελαφρώνω, ελαφράδα, ελαφρότητα.
Επιρρήματα
ελαφρώς και ελαφρά - ελαφριά[επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ελαφρός», σ. 258. https://navalhistory.gr/lexiko/ελαφροσ/