navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαρύς

βαρύς

-ιά, -ύ, επίθ.

  1. αυτός που έχει μεγάλο βάρος, που δεν σηκώνεται εύκολα
  2. δυνατός
  3. έντονος
  4. αυτός που δεν χωνεύεται εύκολα
  5. (μτφ.) αυτός που γίνεται δυσβάσταχτος
  6. (φρ.) «βαριά ατμόσφαιρα», «βαρύ πεπόνι», αυτός που γίνεται επιθετικός, «με βαριά καρδιά», «βαριά λόγια», «βαρύς ύπνος» κ.ά.

Ετυμολογία

<

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαρύς», σ. 150. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρυσ/