βαρύς
-ιά, -ύ, επίθ.
- αυτός που έχει μεγάλο βάρος, που δεν σηκώνεται εύκολα
- δυνατός
- έντονος
- αυτός που δεν χωνεύεται εύκολα
- (μτφ.) αυτός που γίνεται δυσβάσταχτος
- (φρ.) «βαριά ατμόσφαιρα», «βαρύ πεπόνι», αυτός που γίνεται επιθετικός, «με βαριά καρδιά», «βαριά λόγια», «βαρύς ύπνος» κ.ά.
Ετυμολογία
<
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαρύς», σ. 150. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρυσ/