navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκτοπίζω

εκτοπίζω

ρ. [μετβ.]

  1. διώχνω κάποιον από τον τόπο του με βίαιο τρόπο
  2. εκδιώκω εχθρικές δυνάμεις από την περιοχή ελέγχου τους
  3. εξορίζω πολιτικούς αντιπάλους
  4. απομακρύνω κάποιον από τη διοικητική ή την οποιαδήποτε άλλη θέση ευθύνης κατέχει, παραμερίζω, παραγκωνίζω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐκτοπίζω < ἔκτοπος < ἐκ + τόπος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτοπίζω», σ. 256. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτοπιζω/