εκτοπίζω
ρ. [μετβ.]
- διώχνω κάποιον από τον τόπο του με βίαιο τρόπο
- εκδιώκω εχθρικές δυνάμεις από την περιοχή ελέγχου τους
- εξορίζω πολιτικούς αντιπάλους
- απομακρύνω κάποιον από τη διοικητική ή την οποιαδήποτε άλλη θέση ευθύνης κατέχει, παραμερίζω, παραγκωνίζω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐκτοπίζω < ἔκτοπος < ἐκ + τόπος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτοπίζω», σ. 256. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτοπιζω/