navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εκτοξεύω

εκτοξεύω

ρ. [μετβ.]

  1. ρίχνω με τόξο
  2. ρίχνω κάτι με ορμή μακριά, εκτοξεύω
  3. (μτφ.) ξεστομίζω κουβέντες άστοχες ή κατηγόριες ή απειλές κ.λπ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἐκτοξεύω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτοξεύω», σ. 256. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτοξευω/