εκτόπισμα
το, ουσ.
- η ποσότητα υγρού που εκτοπίζει ένα σώμα όταν βυθίζεται σε αυτό
- (ειδικότ.) [ναυτ.] ο όγκος ή το βάρος του νερού που εκτοπίζεται από σκάφος, το οποίο επιπλέει σε κατάσταση θαλάσσιας γαλήνης, και μετριέται σε κυβικά μέτρα ή κυβικά πόδια, [το βάρος του εκτοπισμένου νερού είναι ίσο με το βάρος του αντικειμένου], (φρ.) «πλοίο μεγάλου / μικρού εκτοπίσματος», «μέγιστο εκτόπισμα», όταν το πλοίο έχει το μέγιστο φορτίο του και το μέγιστο βύθισμα, «καμπύλη / κλίμακα / συντελεστής / τόνος εκτοπίσματος»,
- (μτφ.) η δύναμη ενός προσώπου να επηρεάζει και με τον τρόπο του να επιβάλλεται στο κοινωνικό του περίγυρο, απήχηση, κύρος.
Ετυμολογία
< εκτοπισ- (< εκτοπίζω) -μα και σημδ. από τη γαλλ. déplacement.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκτόπισμα», σ. 256. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτοπισμα/