έκτακτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που πραγματοποιείται χωρίς καθορισμένη τάξη ή σειρά, ή που δεν συμβαίνει σε προκαθορισμένο χρόνο
- αυτός που γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις, ο σπάνιος
- (για πρόσωπα) ο εξαιρετικός, ο ταλαντούχος
- αυτός που προσλαμβάνεται με σύμβαση περιορισμένου χρόνου, ως εποχιακός.
Ετυμολογία
< μτγν. ἔκτακτος [= ειδικός].
Επιρρήματα
εκτάκτως και έκτακτα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έκτακτος», σσ. 254-255. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτακτοσ/