navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έκτακτος

έκτακτος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που πραγματοποιείται χωρίς καθορισμένη τάξη ή σειρά, ή που δεν συμβαίνει σε προκαθορισμένο χρόνο
  2. αυτός που γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις, ο σπάνιος
  3. (για πρόσωπα) ο εξαιρετικός, ο ταλαντούχος
  4. αυτός που προσλαμβάνεται με σύμβαση περιορισμένου χρόνου, ως εποχιακός.

Ετυμολογία

< μτγν. ἔκτακτος [= ειδικός].

Επιρρήματα

εκτάκτως και έκτακτα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έκτακτος», σσ. 254-255. https://navalhistory.gr/lexiko/εκτακτοσ/