εκκεντροφόρος
ο, ουσ.
(τεχνολ.) άξονας μηχανών εσωτερικής καύσης στον οποίο είναι προσαρμοσμένα τα έκκεντρα τα οποία ανοιγοκλείνουν τις βαλβίδες εισαγωγής και εξαγωγής του κινητήρα.
Ετυμολογία
< έκκεντρ(ος) - ο- + -φόρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκκεντροφόρος», σ. 251. https://navalhistory.gr/lexiko/εκκεντροφοροσ/