εγχειρίδιο
το, ουσ.
- μικρό μαχαίρι, συνών. σπαθάκι, στιλέτο
- μικρό βιβλίο, συνήθως ως συνοδευτικό βοήθημα μηχανικών προϊόντων, που περιλαμβάνει σημαντικές γνώσεις για τη λειτουργία του αντικειμένου
- βιβλίο με διδακτικό περιεχόμενο, (φρ.) «εγχειρίδιο ιστιοφόρου ναυτιλίας / ατμοπλοϊκής ναυτιλίας / ναυτικού δικαίου».
Ετυμολογία
< αρχ. ἐγχειρίδιον < ἐγ- (< ἐν-) + χείρ.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγχειρίδιο», σ. 244. https://navalhistory.gr/lexiko/εγχειριδιο/