εγχαράσσω
ρ. [μετβ.]
- κάνω χαρακιές σε επιφάνεια
- (μτφ.) καταγράφω στο μνημονικό μου κάποια πληροφορία, γνώση ή εικόνα.
Ετυμολογία
< μτγν. ἐγχαράσσω.
Παράγωγα
εγχάραξη, εγχάραγμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγχαράσσω», σ. 244. https://navalhistory.gr/lexiko/εγχαρασσω/