navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › εγχαράσσω

εγχαράσσω

ρ. [μετβ.]

  1. κάνω χαρακιές σε επιφάνεια
  2. (μτφ.) καταγράφω στο μνημονικό μου κάποια πληροφορία, γνώση ή εικόνα.

Ετυμολογία

< μτγν. ἐγχαράσσω.

Παράγωγα

εγχάραξη, εγχάραγμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εγχαράσσω», σ. 244. https://navalhistory.gr/lexiko/εγχαρασσω/