(ε)γρε(ν)τίδικος
-η, -ο, επίθ.
- κυρτός
- κινητός, πρόσθετος
- [για καταστάσεις] προσωρινός, μη σταθερός, πρόχειρος, συνών. ασταθής, επισφαλής
- ψεύτικος
- (για πρόσωπα) ο προσωρινός σε μία υπηρεσία, ο έκτακτος.
Ετυμολογία
< τουρκ. [επίθ.] iğreti και eğreti [= 1. πρόχειρος, 2. κακοφτιαγμένος] + -ίδικος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(ε)γρε(ν)τίδικος», σ. 244. https://navalhistory.gr/lexiko/εγρεντιδικοσ/