navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαγράφω

διαγράφω

ρ. [μετβ.]

  1. σβήνω κάτι που έγραψα είτε με μια οριζόντια γραμμή είτε με κάποιο σύμβολο
  2. αφαιρώ από κάποιον την ιδιότητα του μέλους π.χ. σε μια ένωση, σ’ ένα πολιτικό κόμμα, σ’ ένα club κ.λπ.
  3. παριστάνω κάτι με γραμμές, σχεδιάζω
  4. παρουσιάζω το βασικό πλαίσιο ενός αναπτυξιακού οικονομικού ή κατασκευαστικού σχεδίου
  5. (μτφ.) καταργώ, διακόπτω μια σχέση
  6. το να πιστέψω πως κάποιο από τα σχέδιά μου ή τις γνωριμίες μου δεν έχει πλέον προσωπικό ενδιαφέρον και γι’ αυτό δεν υπάρχει λόγος να συνεχίζω τις συνεργατικές μου προσπάθειες.

Ετυμολογία

< αρχ. διαγράφω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαγράφω», σ. 207. https://navalhistory.gr/lexiko/διαγραφω/