διαγράφω
ρ. [μετβ.]
- σβήνω κάτι που έγραψα είτε με μια οριζόντια γραμμή είτε με κάποιο σύμβολο
- αφαιρώ από κάποιον την ιδιότητα του μέλους π.χ. σε μια ένωση, σ’ ένα πολιτικό κόμμα, σ’ ένα club κ.λπ.
- παριστάνω κάτι με γραμμές, σχεδιάζω
- παρουσιάζω το βασικό πλαίσιο ενός αναπτυξιακού οικονομικού ή κατασκευαστικού σχεδίου
- (μτφ.) καταργώ, διακόπτω μια σχέση
- το να πιστέψω πως κάποιο από τα σχέδιά μου ή τις γνωριμίες μου δεν έχει πλέον προσωπικό ενδιαφέρον και γι’ αυτό δεν υπάρχει λόγος να συνεχίζω τις συνεργατικές μου προσπάθειες.
Ετυμολογία
< αρχ. διαγράφω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαγράφω», σ. 207. https://navalhistory.gr/lexiko/διαγραφω/