δωρεά
η, ουσ.
- προσφορά για την πραγματοποίηση κάποιου κοινωφελούς έργου, συνών. χορηγία
- προσφορά χωρίς ανταπόδοση, συνών. δώρο, χάρισμα
- (εκκλ.) η μετάληψη.
Ετυμολογία
< αρχ. δωρεά.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δωρεά», σ. 239. https://navalhistory.gr/lexiko/δωρεα/