δοκός
η, ουσ.
- ξύλινο ή μεταλλικό ή πέτρινο ή από οπλισμένο σκυρόδεμα δηλ. μπετόν, υποστήριγμα μιας κατασκευής που έχει οριζόντια στήριξη, αλλιώς δοκάρι
- (αθλητ.) «δοκός ισορροπίας», όργανο της ενόργανης γυμναστικής.
Ετυμολογία
< αρχ. δοκός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δοκός», σ. 232. https://navalhistory.gr/lexiko/δοκοσ/