navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δοκός

δοκός

η, ουσ.

  1. ξύλινο ή μεταλλικό ή πέτρινο ή από οπλισμένο σκυρόδεμα δηλ. μπετόν, υποστήριγμα μιας κατασκευής που έχει οριζόντια στήριξη, αλλιώς δοκάρι
  2. (αθλητ.) «δοκός ισορροπίας», όργανο της ενόργανης γυμναστικής.

Ετυμολογία

< αρχ. δοκός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δοκός», σ. 232. https://navalhistory.gr/lexiko/δοκοσ/