δολιοφθορά
η, ουσ.
α) δόλιες ενέργειες που αποσκοπούν στην πρόκληση καταστροφών ή ζημιών σε μηχανήματα, υλικά ή εγκαταστάσεις σε περιόδους πολεμικών αναμετρήσεων, συνών. σαμποτάζ, αλλά και β) συμπεριφορές και δράσεις που επιδιώκουν την πολιτική εξόντωση αντιπάλων σε ειρηνικές περιόδους.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δολιοφθορά», σ. 232. https://navalhistory.gr/lexiko/δολιοφθορα/