δόκιμος
-η, -ο, επίθ.
- ο ικανός, αυτός που κρίνεται μετά από δοκιμασία και κρίση άξιος να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της εργασίας του, συνών. αναγνωρισμένος, εγνωσμένος, έγκριτος, ο καταξιωμένος
- ο εκπαιδευόμενος και υποψήφιος για ένταξη σε κάποιο επαγγελματικό ή επιστημονικό ή μοναστηριακό χώρο
- [ως ουσ.] α) ο έφεδρος ανθυπολοχαγός στο στρατό ξηράς, β) ο «δόκιμος κελευστής» στρατιωτικός βαθμός που καταργήθηκε στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, γ) «δόκιμος ναυτικός», δ) «δόκιμος αξιωματικός καταστρώματος / μηχανικός / σημαιοφόρος / πολεμικού ναυτικού»,
- «Σχολή Ναυτικών Δοκίμων», (Σ.Ν.Δ.) Ανώτατο Στρατιωτικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, ισότιμο με Πανεπιστήμιο στη χώρα μας, «Σχολή Δοκίμων Σημαιοφόρων Λιμενικού Σώματος - Ελληνικής Ακτοφυλακής» (Σ.Δ.Σ.Λ.Σ. ΕΛ.ΑΚΤ.) ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Ετυμολογία
< αρχ. δόκιμος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δόκιμος», σσ. 231-232. https://navalhistory.gr/lexiko/δοκιμοσ/