navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δίχαλο

δίχαλο

το, ουσ.

  1. σημείο στο οποίο διχάζεται ο δρόμος
  2. οποιοδήποτε εργαλείο που καταλήγει στη μία άκρη του δε διχάλα, π.χ. το αγροτικό δικράνι
  3. (ως επίθ.) αυτός που χωρίζεται σε δυο σκέλη, διχαλωτός.

Ετυμολογία

< αρχ. επίθ. δίχαλος < δίχηλος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίχαλο», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διχαλο/