navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διχάζω

διχάζω

ρ. [μετβ.]

  1. χωρίζω στα δύο
  2. (μτφ.) σπέρνω τη διχόνοια.

Ετυμολογία

< αρχ. διχάζω < επίρρ. δίχα [= σε δύο μέρη] < δίς.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διχάζω», σ. 230. https://navalhistory.gr/lexiko/διχαζω/