δίπλωμα
το, ουσ.
- το τύλιγμα, το τσάκισμα ρούχων, χαρτιών ή άλλων αντικειμένων
- επίσημο έγγραφο που πιστοποιεί τις γνώσεις και τις ικανότητες ενός συγκεκριμένου προσώπου
- πτυχίο πανεπιστημιακής σχολής, (φρ.) «δίπλωμα ασυρματιστή / ειδικότητας / ευρεσιτεχνίας / μηχανικού / πλοιάρχου / οδήγησης».
Ετυμολογία
< αρχ. διπλόω, -ῶ, < διπλοῦς.
Παράγωγα
διπλωμάτης.
Σύνθετα
διπλωματούχος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δίπλωμα», σ. 228. https://navalhistory.gr/lexiko/διπλωμα/