διπλότυπο
το, ουσ.
- μπλοκ αποδείξεων πληρωμής με δύο τμήματα για κάθε απόδειξη, ένα για εκείνον που πληρώνει και ένα για εκείνον που εισπράττει
- οποιοδήποτε έντυπο διατίθεται σε δύο αντίγραφα.
Ετυμολογία
< διπλο- + τύπο(ς).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διπλότυπο», σ. 228. https://navalhistory.gr/lexiko/διπλοτυπο/