navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διπλότυπο

διπλότυπο

το, ουσ.

  1. μπλοκ αποδείξεων πληρωμής με δύο τμήματα για κάθε απόδειξη, ένα για εκείνον που πληρώνει και ένα για εκείνον που εισπράττει
  2. οποιοδήποτε έντυπο διατίθεται σε δύο αντίγραφα.

Ετυμολογία

< διπλο- + τύπο(ς).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διπλότυπο», σ. 228. https://navalhistory.gr/lexiko/διπλοτυπο/