navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διπλωματούχος

διπλωματούχος

ο/η, ουσ.

αυτός που έχει αποκτήσει δίπλωμα ή πτυχίο κάποιας ανώτερης σχολής.

Ετυμολογία

< διπλωματ- (< δίπλωμα) [< γαλλ. diplômé] + -ούχος < έχω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διπλωματούχος», σ. 228. https://navalhistory.gr/lexiko/διπλωματουχοσ/