navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διπλός

διπλός

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που αποτελείται από δύο όμοια μέρη, ο διπλάσιος, (φρ.) «διπλή ανάδραση / αρμοκαλύπτρα / αντήχηση / βαλβίδα / δάσμη / διάθλαση / διαμόρφωση / διαμόρφωση / δίοδος / επένδυση / κάρφωση / λήψη / μηχανή / λυχνία / σιδηρογωνία / σύνδεση / τρίοδος / τρόπιδα / καρίνα / τελεία / παύλα / βάρδια», «αντλία διακόπτης διπλής ενέργειας», «διπλός κρικόδεσμος / αγωγός / ποδόδεσμος / σφονδυλόκομβος / στρόφαλος / τρόχιλος / ιστός / επιτονόδεσμος / πράκτορας».

Ετυμολογία

< μτγν. διπλός < αρχ. διπλ(οῦς).

Σύνθετα

διπλοπρόσωπος, διπλόφαρδος, διπλογράφος, διπλογραφία, διπλοσάνιδο.

Επιρρήματα

διπλά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διπλός», σ. 228. https://navalhistory.gr/lexiko/διπλοσ/