navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διπλόκωπος

διπλόκωπος

-η, -ο, επίθ.

(για πλοίο)

  1. ονομασία πλοίου στα πέλματα του οποίου κάθονται ανά δύο οι ερέτες [= κωπηλάτες], (φρ.) «διπλόκωπος λέμβος»,
  2. σκάφος με δύο κουπιά.

Ετυμολογία

< διπλο- + -κωπος < κώπη [= κουπί].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διπλόκωπος», σ. 228. https://navalhistory.gr/lexiko/διπλοκωποσ/