διοικητής
ο, διοικήτρια, η, ουσ. [γεν. διοικητού, κλητ. διοικητά/-ή]
αυτός/ή που διοικεί, που είναι επικεφαλής σε εταιρεία δημοσίου συμφέροντος ή μεγάλου κοινωφελούς ιδρύματος ή ιδιωτικής εταιρείας με κοινωνικά χαρακτηριστικά, π.χ. τράπεζα, εταιρεία τηλεφωνίας ή εξηλεκτρισμού κ.λπ. (ειδικότ. στρατ.) υπεύθυνος βαθμοφόρος με διοικητικά καθήκοντα σε στρατιωτική μονάδα, καστελάνος [δηλ. διοικητής καστελίου].
Ετυμολογία
< μτγν. διοικητής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διοικητής», σ. 225. https://navalhistory.gr/lexiko/διοικητησ/