δικαιώνω
ρ. [μετβ.]
- αναγνωρίζω αυτό που είναι δίκαιο
- παραδέχομαι το σωστό, επικροτώ
- αναγνωρίζω τα δικαιώματα εργαζομένων
- [αμετβ.] δικαιώνομαι, βρίσκω το δίκιο μου
- λυτρώνομαι από τις αμαρτίες.
Ετυμολογία
< αρχ. δικαιῶ < δίκαιος.
Παράγωγα
δικαίωμα, δικαίωση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δικαιώνω», σ. 223. https://navalhistory.gr/lexiko/δικαιωνω/