navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δικαιώνω

δικαιώνω

ρ. [μετβ.]

  1. αναγνωρίζω αυτό που είναι δίκαιο
  2. παραδέχομαι το σωστό, επικροτώ
  3. αναγνωρίζω τα δικαιώματα εργαζομένων
  4. [αμετβ.] δικαιώνομαι, βρίσκω το δίκιο μου
  5. λυτρώνομαι από τις αμαρτίες.

Ετυμολογία

< αρχ. δικαιῶ < δίκαιος.

Παράγωγα

δικαίωμα, δικαίωση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δικαιώνω», σ. 223. https://navalhistory.gr/lexiko/δικαιωνω/