navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δικαίωμα

δικαίωμα

το, ουσ.

  1. απαίτηση προσώπου που στηρίζεται σε κατοχυρωμένο γραπτό ή άγραφο νόμο ή κάποια αρχή
  2. η άδεια που παραχωρείται σε κάποιον για να υλοποιήσει κάτι που επιθυμεί
  3. (πληθ.) νόμιμη αμοιβή, που μπορεί να απαιτήσει κάποιος για έργο που έχει προσφέρει
  4. (φρ.) [γενικότ. - πληθ.] «συγγραφικά / πνευματικά / συμβολαιογραφικά / ανθρώπινα / εργατικά / συνδικαλιστικά / ιδιοκτησιακά / ατομικά / πολιτικά δικαιώματα»,
  5. (φρ.) [ναυτ.] α) «δικαίωμα αγκυροβολίας / αλιείας / διώξεως / επισκέψεως / επισχέσεως / εξακριβώσεως της εθνικότητας πλοίου / επιτάξεως ξένου πλοίου / κατακρατήσεως πλοίου / ναυσιπλοΐας / νηοψίας / προσωρινής κατασχέσεως / συνεχίσεως της πορείας», β) [πληθ.] «δικαιώματα αποβάθρας / γερανού / διόδου / διάπλου / είσπλου / προνομίων / λιμένος / μεσίτου / Ναυαρχείου / νηοδόχου [ντόκου] / πράκτορα / σημαντήρων», γ) «κανονικά / προξενικά δικαιώματα».

Ετυμολογία

< αρχ. δικαίωμα [= 1. ενέργεια μέσω της οποίας επανορθώνεται το άδικο, κρίση, τιμωρία, ποινή, ζημία, 2. αξίωση, απαίτηση, σε Θουκ. δικαίωση, σε Κ.Δ. 3. διαταγή, απόφαση, διάταγμα, θέσπισμα]. «Το Πρώτο Σκαλί» Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο πρέπει με το δικαίωμά σου νά ‘σαι πολίτης εις των ιδεών την πόλι. Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν. Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης. Κωνσταντίνος Καβάφης

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δικαίωμα», σσ. 222-223. https://navalhistory.gr/lexiko/δικαιωμα/