δικάσιμος
η, ουσ.
η ημέρα που έχει οριστεί για την διεξαγωγή της δίκης.
Ετυμολογία
< μτγν. επίθ. δικάσιμος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δικάσιμος», σ. 223. https://navalhistory.gr/lexiko/δικασιμοσ/