διατέμνω
ρ. [μετβ.]
- διαχωρίζω, κόβω κάτι στη μέση, χωρίζω σε δύο μέρη ένα σύνολο
- διασχίζω, διαπερνώ μια περιοχή
- φέρω την διατέμνουσα ή τέμνουσα.
Ετυμολογία
< δια-τέμνω, [Ιων. διάλεκτος] τάμνω, [= 1. κόβω στη μέση, κόβω στα δύο, διαχωρίζω, 2. τεμαχίζω, διαμελίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διατέμνω», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διατεμνω/