navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διατέμνω

διατέμνω

ρ. [μετβ.]

  1. διαχωρίζω, κόβω κάτι στη μέση, χωρίζω σε δύο μέρη ένα σύνολο
  2. διασχίζω, διαπερνώ μια περιοχή
  3. φέρω την διατέμνουσα ή τέμνουσα.

Ετυμολογία

< δια-τέμνω, [Ιων. διάλεκτος] τάμνω, [= 1. κόβω στη μέση, κόβω στα δύο, διαχωρίζω, 2. τεμαχίζω, διαμελίζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διατέμνω», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διατεμνω/