διατηρώ
ρ. [μετβ.]
- κρατώ κάτι σε καλή κατάσταση, το προστατεύω από την καταστροφή, συντηρώ
- προστατεύω τρόφιμα από την αλλοίωση
- [αμετβ.] διατηρούμαι, βρίσκομαι σε καλή σωματική και πνευματική κατάσταση.
Ετυμολογία
< διατηρῶ, συνηρημένος τ. του διατηρέω < δια- + τηρέω / τηρῶ.
Παράγωγα
διατήρηση, διατηρήσιμος, διατηρητέος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διατηρώ», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διατηρω/