navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διατηρώ

διατηρώ

ρ. [μετβ.]

  1. κρατώ κάτι σε καλή κατάσταση, το προστατεύω από την καταστροφή, συντηρώ
  2. προστατεύω τρόφιμα από την αλλοίωση
  3. [αμετβ.] διατηρούμαι, βρίσκομαι σε καλή σωματική και πνευματική κατάσταση.

Ετυμολογία

< διατηρῶ, συνηρημένος τ. του διατηρέω < δια- + τηρέω / τηρῶ.

Παράγωγα

διατήρηση, διατηρήσιμος, διατηρητέος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διατηρώ», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διατηρω/