διάσχιση
η, ουσ.
- ρήγμα
- διαδρομή
- διάπλους.
Ετυμολογία
< διασχίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάσχιση», σ. 216. https://navalhistory.gr/lexiko/διασχιση/
Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διάσχιση
η, ουσ.
< διασχίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάσχιση», σ. 216. https://navalhistory.gr/lexiko/διασχιση/