διακύμανση
η, ουσ.
- η εξέλιξη μιας κατάστασης
- η κυματική κίνηση, το ανεβοκατέβασμα
- η μεταβλητότητα των τιμών, η αυξομείωση.
Ετυμολογία
< διακυμαν- (< διακυμαίνω) [= σηκώνω κύματα, φουρτουνιάζω] + - σις > -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διακύμανση», σ. 210. https://navalhistory.gr/lexiko/διακυμανση/