διακριτικό
το, ως ουσ.

χαρακτηριστικό σημείο ή γνώρισμα, (πληθ.) τα διακριτικά, εμβλήματα με τα οποία διακρίνονται οι διάφοροι ιεραρχικοί βαθμοί ή οι διάφορες ειδικότητες σε μια στρατιωτική, συνήθως, υπηρεσία, (φρ.) «διακριτικό εθνικότητας / κλάσεως / αξιωματικού / σήμα στρατού - ναυτικού – αεροπορίας - καταδρομών».
Ετυμολογία
< αρχ. επίθ. διακριτικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διακριτικό», σ. 210. https://navalhistory.gr/lexiko/διακριτικο/