διάκριση
η, ουσ.
- η ενέργεια του διακρίνω, δηλ. του να ξεχωρίζω κάτι ή κάποιον από κάτι άλλο ή κάποιους άλλους που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά
- ο διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων
- η διάκριση των εξουσιών
- η προτίμηση που μπορεί να επιδείξει κάποιος
- η διακριτικότητα, η ντροπή
- η ανάδειξη, η αναγνώριση και ο σεβασμός προς τα ιερά και τα σύμβολα αλλά και προς τα πρόσωπα για την κοινωνική ή ηρωική συνεισφορά τους, (φρ.) «η διάκριση της σημαίας».
Ετυμολογία
< αρχ. διάκρι(σις) + -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάκριση», σ. 210. https://navalhistory.gr/lexiko/διακριση/