διακόπτω
ρ. [μετβ.]
- σταματώ, αναστέλλω τη λειτουργία
- παρεμβαίνω κατά τη διάρκεια ομιλίας και διαταράσσω τη ροή του λόγου στον ομιλητή.
Ετυμολογία
< αρχ. διακόπτω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διακόπτω», σ. 210. https://navalhistory.gr/lexiko/διακοπτω/