navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διακόπτω

διακόπτω

ρ. [μετβ.]

  1. σταματώ, αναστέλλω τη λειτουργία
  2. παρεμβαίνω κατά τη διάρκεια ομιλίας και διαταράσσω τη ροή του λόγου στον ομιλητή.

Ετυμολογία

< αρχ. διακόπτω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διακόπτω», σ. 210. https://navalhistory.gr/lexiko/διακοπτω/