διακόπτης
ο, ουσ.
(ηλεκτρολ.) μηχανισμός που διακόπτει ή επαναλειτουργεί μια ηλεκτρική συσκευή ή μια υδραυλική εγκατάσταση, συνών. μπουτόν, ρελέ ή ρελές, ηλεκτρονόμος, (φρ.) «κλειστός / ανοικτός / χαμηλής τάσεως / αυτόματος / γενικός / βοηθητικός / διπολικός / κύριος / μονοπολικός / κεντρικός / απλός / περιστροφικός διακόπτης» , «διακόπτης φωτισμού / ερμητικός / στεγανός / εκπομπής / λήψεως / επαφής / ασφαλείας / ηλεκτρικός / απομόνωσης / ανάφλεξης / οριακός ή τέρματος / πεπιεσμένου αέρα / περιστροφικός / φορτίου / αλάρμ / τιμονιού / ντουζιέρας / παραθύρων / φώτων / γωνιακός / rocher / ψυχρής επαφής / ισχύος / αλερετούρ / κομμυτατέρ».
Ετυμολογία
< διακόπτω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διακόπτης», σ. 210. https://navalhistory.gr/lexiko/διακοπτησ/