navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διακανονίζω

διακανονίζω

ρ. [μετβ.]

ρυθμίζω κάτι τελειωτικά, συνήθως με συναινετικό τρόπο, διευθετώ.

Ετυμολογία

< δια-+ κανονίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διακανονίζω», σ. 209. https://navalhistory.gr/lexiko/διακανονιζω/